Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Performance
01
παράσταση, επίδειξη
Eine künstlerische oder sportliche Darbietung vor Publikum, die oft kreative Ausdrucksformen nutzt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Performance
πληθυντικός τύπος
Performances
Παραδείγματα
Die Performance der Band beim Festival war energiegeladen.
Η παράσταση του συγκροτήματος στο φεστιβάλ ήταν γεμάτη ενέργεια.
Λεξικό Δέντρο
performance
perform



























