perfekt
perfekt
pɛɐ̯fɛkt
pefekt
respektgedecktkorrektprojekt

Ορισμός και σημασία του "perfekt"στα γερμανικά

01

τέλειος, άψογος

Vollkommen richtig oder makellos 
perfekt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am perfektesten
συγκριτικός βαθμός
perfekter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Qualität, Ästhetik, Präzision
Παραδείγματα
Das ist ein perfektes Bild. 

Αυτή είναι μια τέλεια εικόνα.

01

παρακείμενος, τέλειο χρόνο

Eine Zeitform, die abgeschlossene Handlungen in der Vergangenheit beschreibt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Perfekte
γενική πτώση
Perfekt(e)s
Παραδείγματα
Das Perfekt besteht aus Hilfsverb und Partizip. 

Το παρελθόντας αποτελείται από βοηθητικό ρήμα και μετοχή αορίστου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store