das pech
pech
pɛç
pech
blechfrech

Ορισμός και σημασία του "pech"στα γερμανικά

01

ατυχία, γρουσούζα

Ein unglücklicher Zufall oder eine unglückliche Situation 
das Pech definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Peche
γενική πτώση
Pech(e)s
Παραδείγματα
Ich hatte heute einfach Pech. 

Απλά είχα ατυχία σήμερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store