Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Pech
[gender: neuter]
01
ατυχία, γρουσούζα
Ein unglücklicher Zufall oder eine unglückliche Situation
Παραδείγματα
Manchmal hat man einfach Pech im Leben.
Μερικές φορές απλώς έχεις άτυχη στη ζωή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ατυχία, γρουσούζα