das Pech
Pronunciation
/pɛç/

Ορισμός και σημασία του "pech"στα γερμανικά

01

ατυχία, γρουσούζα

Ein unglücklicher Zufall oder eine unglückliche Situation
das Pech definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Pech(e)s
πληθυντικός τύπος
Peche
Παραδείγματα
Manchmal hat man einfach Pech im Leben.
Μερικές φορές απλώς έχεις άτυχη στη ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store