pauschal
pausch
ˈpaʊʃ
pawsh
al
a:l
al

Ορισμός και σημασία του "pauschal"στα γερμανικά

01

γενικός, καθολικός

Allgemein geltend oder als Gesamtsumme. 
pauschal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am pauschalsten
συγκριτικός βαθμός
pauschaler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Aussage, Finanzen, Abstraktion
Παραδείγματα
Eine pauschale Antwort auf diese Frage gibt es nicht. 

Δεν υπάρχει γενική απάντηση σε αυτήν την ερώτηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store