Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
passieren
[past form: passierte]
01
συμβαίνει, γίνεται
Etwas geschieht oder findet statt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
passiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
passiert
ενεστώτα μετοχή
passierend
απλός αόριστος
passierte
παθητική μετοχή
passiert
Παραδείγματα
Passiert das oft hier?
Συμβαίνει αυτό συχνά εδώ;
02
περνώ, διασχίζω
An einem Ort vorbeigehen oder durch etwas hindurchkommen
Παραδείγματα
Er ist ohne anzuhalten am Tor passiert.
Αυτός πέρασε από την πύλη χωρίς να σταματήσει.



























