Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
passen
01
ταιριάζω, ταιριάζει
Die richtige Größe oder Form für etwas oder jemanden haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
passe
γ΄ ενικό πρόσωπο
passt
ενεστώτα μετοχή
passend
απλός αόριστος
passte
παθητική μετοχή
gepasst
Παραδείγματα
Der Termin passt mir leider nicht.
Δυστυχώς, το ραντεβού δεν μου ταιριάζει.



























