passen
Pronunciation
/ˈpasən/

Ορισμός και σημασία του "passen"στα γερμανικά

passen
01

ταιριάζω, ταιριάζει

Die richtige Größe oder Form für etwas oder jemanden haben
passen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
passe
γ΄ ενικό πρόσωπο
passt
ενεστώτα μετοχή
passend
απλός αόριστος
passte
παθητική μετοχή
gepasst
Παραδείγματα
Der Termin passt mir leider nicht.
Δυστυχώς, το ραντεβού δεν μου ταιριάζει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store