passabel

Ορισμός και σημασία του "passabel"στα γερμανικά

01

αποδεκτός, ανεκτός

Ziemlich gut, aber nicht besonders beeindruckend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am passabelsten
συγκριτικός βαθμός
passabler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Unterkunft war passabel für den Preis.
Η διαμονή ήταν ανεκτή για την τιμή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store