der park
park
paʁk
park
stark

Ορισμός και σημασία του "park"στα γερμανικά

01

πάρκο, δημόσιος κήπος

Ein Platz mit Bäumen und Wiese zum Ausruhen oder Spielen 
der Park definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Parks
γενική πτώση
Park(e)s
Παραδείγματα
Ich gehe in den Park. 

Πηγαίνω στο πάρκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store