Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Osten
[gender: masculine]
01
ανατολή, ανατολικός
Eine Himmelsrichtung, wo die Sonne aufgeht
Παραδείγματα
Ich wohne im Osten der Stadt.
Ζω στο ανατολικό μέρος της πόλης.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ανατολή, ανατολικός