der Osten
Pronunciation
/ˈɔstən/

Ορισμός και σημασία του "osten"στα γερμανικά

Der Osten
[gender: masculine]
01

ανατολή, ανατολικός

Eine Himmelsrichtung, wo die Sonne aufgeht
der Osten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ostens
Παραδείγματα
Ich wohne im Osten der Stadt.
Ζω στο ανατολικό μέρος της πόλης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store