der osten
osten
ɔstn
awstn
ostern

Ορισμός και σημασία του "osten"στα γερμανικά

01

ανατολή, ανατολικός

Eine Himmelsrichtung, wo die Sonne aufgeht 
der Osten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ostens
Παραδείγματα
Die Sonne geht im Osten auf. 

Ο ήλιος ανατέλλει στην ανατολή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store