der opa
o
ˈo:
o
pa
pa
pa

Ορισμός και σημασία του "opa"στα γερμανικά

01

παππούς, παππού

Der Vater eines Elternteils in einer Familie 
der Opa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Opas
αρσενικό ενικό
Opa
θηλυκό ενικό
Oma
neutral form
Großelternteil
γενική πτώση
Opas
Παραδείγματα
Mein Opa backt gern Kuchen. 

Ο παππούς μου του αρέσει να ψήνει κέικ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store