das online-konto
online
ɔnlaɪnkɔnto
awnlainkawnto
konto

Ορισμός και σημασία του "online-konto"στα γερμανικά

Das Online-konto
01

διαδικτυακός λογαριασμός, ψηφιακός λογαριασμός

Ein digitales Benutzerkonto im Internet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Online-Konten
γενική πτώση
Online-Kontos
Παραδείγματα
Ich habe ein Online-Konto bei der Bank. 

Έχω έναν διαδικτυακό λογαριασμό στην τράπεζα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store