der onkel
onkel
ɔnkl
awnkl

Ορισμός και σημασία του "onkel"στα γερμανικά

01

θείος, μπάρμπας

Der Bruder eines Elternteils oder der Ehemann einer Tante 
der Onkel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Onkel
αρσενικό ενικό
Onkel
θηλυκό ενικό
Tante
neutral form
Elternteil
γενική πτώση
Onkels
Παραδείγματα
Mein Onkel lebt in München. 

Ο θείος μου ζει στο Μόναχο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store