Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ohne
01
χωρίς, στην απουσία
Zeigt das Fehlen von etwas an
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Er geht ohne Mantel aus dem Haus.
Βγαίνει από το σπίτι χωρίς παλτό.
ohne
01
χωρίς να
Drückt aus, dass eine Handlung nicht stattfindet
Παραδείγματα
Er aß die Pizza, ohne sie zu teilen.
Έφαγε την πίτσα χωρίς να τη μοιραστεί.



























