Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Offenbarung
01
αποκάλυψη, αποκάλυψη
Eine wichtige Erkenntnis oder Botschaft, die plötzlich klar wird, oft von Gott oder einer höheren Macht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Offenbarung
πληθυντικός τύπος
Offenbarungen
Παραδείγματα
Die Offenbarung kam ihm in einem Traum.
Η αποκάλυψη του ήρθε σε ένα όνειρο.
02
αποκάλυψη, αποκάλυψη
das Offenlegen oder Bekanntmachen von etwas bisher Verborgenem
Παραδείγματα
Die Offenbarung der Wahrheit schockierte alle.
Η αποκάλυψη της αλήθειας σόκαρε όλους.



























