offen
o
ˈɔ
aw
ffen
fən
fēn
ofen

Ορισμός και σημασία του "offen"στα γερμανικά

01

ανοιχτός, προσβάσιμος

Nicht geschlossen, zugänglich 
offen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am offensten
συγκριτικός βαθμός
offener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Zustand, Objekte, Zugang
Παραδείγματα
Die Tür ist offen. 

Η πόρτα είναι ανοιχτή.

02

ειλικρινής, ειλικρινής

Ehrlich und ohne Verstecken 
offen definition and meaning
Παραδείγματα
Sie ist sehr offen mit ihren Gefühlen. 

Είναι πολύ ανοιχτή με τα συναισθήματά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store