Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
offen
01
ανοιχτός, προσβάσιμος
Nicht geschlossen, zugänglich
Παραδείγματα
Das Buch liegt offen auf dem Tisch.
Το βιβλίο βρίσκεται ανοιχτό στο τραπέζι.
02
ειλικρινής, ειλικρινής
Ehrlich und ohne Verstecken
Παραδείγματα
Er spricht offen über seine Meinung.
Μιλάει ανοιχτά για τη γνώμη του.


























