Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Obdachlosigkeit
01
αστεγία, έλλειψη κατοικίας
Der Zustand, keine feste Unterkunft oder Wohnung zu haben
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Obdachlosigkeit
Παραδείγματα
Obdachlosigkeit ist in vielen Städten sichtbar.
Η αστεγία είναι ορατή σε πολλές πόλεις.



























