Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Oberschenkel
[gender: masculine]
01
μηρός, μηριαίο οστό
der obere Teil des Beins, der zwischen der Hüfte und dem Knie liegt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Oberschenkels
πληθυντικός τύπος
Oberschenkel
Παραδείγματα
Die Oberschenkel sind bei vielen Sportarten wie Radfahren und Laufen sehr aktiv.
Οι μηροί είναι πολύ ενεργοί σε πολλά αθλήματα όπως η ποδηλασία και το τρέξιμο.



























