Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Oberschenkel
01
μηρός, μηριαίο οστό
der obere Teil des Beins, der zwischen der Hüfte und dem Knie liegt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Oberschenkel
γενική πτώση
Oberschenkels
Παραδείγματα
Der Oberschenkel ist der stärkste Teil des Beins.
Ο μηρός είναι το ισχυρότερο μέρος του ποδιού.
LanGeek



























