Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Nutzer
01
χρήστης, χρήστης
Eine Person, die ein Gerät oder eine Dienstleistung benutzt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Nutzer
αρσενικό ενικό
Nutzer
θηλυκό ενικό
Nutzerin
neutral form
Nutzende
γενική πτώση
Nutzers
Παραδείγματα
Der Nutzer meldete ein Problem.
Ο χρήστης ανέφερε ένα πρόβλημα.



























