die nutzung
nut
ˈnʊ
noo
zung
tsʊng
tsoong

Ορισμός και σημασία του "nutzung"στα γερμανικά

01

χρήση, αξιοποίηση

Der Gebrauch oder die Verwendung von etwas für einen bestimmten Zweck 
die Nutzung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Nutzungen
γενική πτώση
Nutzung
Παραδείγματα
Die Nutzung von Solarenergie hat stark zugenommen. 

Η χρήση της ηλιακής ενέργειας έχει αυξηθεί σημαντικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store