Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Nutzung
[gender: feminine]
01
χρήση, αξιοποίηση
Der Gebrauch oder die Verwendung von etwas für einen bestimmten Zweck
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Nutzung
πληθυντικός τύπος
Nutzungen
Παραδείγματα
Die Nutzung dieser App ist kostenpflichtig.
Η χρήση αυτής της εφαρμογής είναι επί πληρωμή.



























