nutzen
nutzen
nʊtsn
nootsn
nützen

Ορισμός και σημασία του "nutzen"στα γερμανικά

nutzen
01

χρησιμοποιώ, χρησιμοποιώ

Etwas gezielt verwenden, um einen Zweck zu erfüllen 
nutzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nutze
γ΄ ενικό πρόσωπο
nutzt
ενεστώτα μετοχή
nutzend
απλός αόριστος
nutzt
παθητική μετοχή
genutzt
Παραδείγματα
Ich nutze mein Handy für die Arbeit. 

Χρησιμοποιώ το τηλέφωνό μου για τη δουλειά.

02

χρησιμεύω

Einen positiven Effekt haben oder nützlich sein 
Παραδείγματα
Sein Rat hat mir sehr genutzt. 

Η συμβουλή του μου βοήθησε πολύ.

01

όφελος, ωφέλεια

Der positive Effekt oder Vorteil, den etwas bietet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Nutzens
πληθυντικός τύπος
Nutzen
Παραδείγματα
Der praktische Nutzen dieser Erfindung ist groß. 

Το πρακτικό όφελος αυτής της εφεύρεσης είναι μεγάλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store