Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nutzen
01
χρησιμοποιώ, χρησιμοποιώ
Etwas gezielt verwenden, um einen Zweck zu erfüllen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nutze
γ΄ ενικό πρόσωπο
nutzt
ενεστώτα μετοχή
nutzend
απλός αόριστος
nutzt
παθητική μετοχή
genutzt
Παραδείγματα
Ich nutze mein Handy für die Arbeit.
Χρησιμοποιώ το τηλέφωνό μου για τη δουλειά.
02
χρησιμεύω
Einen positiven Effekt haben oder nützlich sein
Παραδείγματα
Sein Rat hat mir sehr genutzt.
Η συμβουλή του μου βοήθησε πολύ.
Der Nutzen
01
όφελος, ωφέλεια
Der positive Effekt oder Vorteil, den etwas bietet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Nutzens
πληθυντικός τύπος
Nutzen
Παραδείγματα
Der praktische Nutzen dieser Erfindung ist groß.
Το πρακτικό όφελος αυτής της εφεύρεσης είναι μεγάλο.



























