nutzen
Pronunciation
/ˈnʊtsən/

Ορισμός και σημασία του "nutzen"στα γερμανικά

nutzen
01

χρησιμοποιώ, χρησιμοποιώ

Etwas gezielt verwenden, um einen Zweck zu erfüllen
nutzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nutze
γ΄ ενικό πρόσωπο
nutzt
ενεστώτα μετοχή
nutzend
απλός αόριστος
nutzt
παθητική μετοχή
genutzt
Παραδείγματα
Er nutzt jede Gelegenheit, um Deutsch zu üben.
Αυτός χρησιμοποιεί κάθε ευκαιρία για να εξασκεί τα γερμανικά.
02

χρησιμεύω

Einen positiven Effekt haben oder nützlich sein
Παραδείγματα
Seine Erfahrung nutzt dem ganzen Team.
Η εμπειρία του ωφελεί ολόκληρη την ομάδα.
01

όφελος, ωφέλεια

Der positive Effekt oder Vorteil, den etwas bietet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Nutzens
πληθυντικός τύπος
Nutzen
Παραδείγματα
Sie zieht Nutzen aus ihren Sprachkenntnissen.
Αυτή αντλεί όφελος από τις γλωσσικές της δεξιότητες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store