Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Nudel
[gender: feminine]
01
ζυμαρικά, νουντλς
Lange, dünne Teigwaren, die oft gekocht und mit Soße serviert
Παραδείγματα
Welche Nudeln möchtest du essen?
Ποια ζυμαρικά θέλεις να φας;
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ζυμαρικά, νουντλς