der notfall
notfall
no:tfal
notfal

Ορισμός και σημασία του "notfall"στα γερμανικά

01

επείγουσα κατάσταση, κατάσταση έκτακτης ανάγκης

Eine plötzliche, gefährliche Situation, die sofortiges Handeln erfordert 
der Notfall definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Notfälle
γενική πτώση
Notfall(e)s
Παραδείγματα
Im Notfall bitte die 112 anrufen! 

Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, παρακαλώ καλέστε το 112!

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

notfall

not

+

fall

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store