der Notfall
Pronunciation
/ˈnoːtfal/

Ορισμός και σημασία του "notfall"στα γερμανικά

01

επείγουσα κατάσταση, κατάσταση έκτακτης ανάγκης

Eine plötzliche, gefährliche Situation, die sofortiges Handeln erfordert
der Notfall definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Notfall(e)s
πληθυντικός τύπος
Notfälle
Παραδείγματα
Im Notfall diesen Knopf drücken.
Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, πατήστε αυτό το κουμπί.

Λεξικό Δέντρο

notfall

not

+

fall

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store