der notarzt
notarzt
no:taʁtst
notartst

Ορισμός και σημασία του "notarzt"στα γερμανικά

01

γιατρός επειγόντων περιστατικών, γιατρός έκτακτης ανάγκης

Ein Arzt, der in Notfällen schnell hilft 
der Notarzt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Notärzte
αρσενικό ενικό
Notarzt
θηλυκό ενικό
Notärztin
neutral form
Notfallmediziner
γενική πτώση
Notarztes
Παραδείγματα
Der Notarzt kommt mit dem Rettungswagen. 

Ο γιατρός έκτακτης ανάγκης έρχεται με το ασθενοφόρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store