normal
Pronunciation
/nɔʁˈmaːl/

Ορισμός και σημασία του "normal"στα γερμανικά

01

κανονικός

Nicht außergewöhnlich
normal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
normalste-
συγκριτικός βαθμός
normaler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Preis ist völlig normal.
Η τιμή είναι εντελώς φυσιολογική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store