Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Norm
01
κανόνας, κανονισμός
Eine allgemein anerkannte Regel, Wertvorstellung oder Verhaltenserwartung in einer Gesellschaft oder Gruppe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Norm
πληθυντικός τύπος
Normen
Παραδείγματα
Die Norm, niemanden zu verletzen, ist universell.
Ο κανόνας να μην βλάπτεις κανέναν είναι καθολικός.
02
πρότυπο, κανονισμός
Eine festgelegte, oft rechtlich bindende Regel für Qualität, Sicherheit oder Verfahren
Παραδείγματα
Die DIN-Norm für Schraubengrößen vereinfacht die Produktion.
Το πρότυπο DIN για τα μεγέθη βιδών απλοποιεί την παραγωγή.
Λεξικό Δέντρο
normal
norm



























