Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Norm
01
κανόνας, κανονισμός
Eine allgemein anerkannte Regel, Wertvorstellung oder Verhaltenserwartung in einer Gesellschaft oder Gruppe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Norm
πληθυντικός τύπος
Normen
Παραδείγματα
In vielen Kulturen ist Pünktlichkeit eine wichtige Norm.
Σε πολλούς πολιτισμούς, η ακρίβεια είναι ένας σημαντικός κανόνας.
02
πρότυπο, κανονισμός
Eine festgelegte, oft rechtlich bindende Regel für Qualität, Sicherheit oder Verfahren
Παραδείγματα
Dieses Kabel entspricht der europäischen Sicherheitsnorm EN 60320.
Αυτό το καλώδιο συμμορφώνεται με τον ευρωπαϊκό πρότυπο ασφαλείας EN 60320.
Λεξικό Δέντρο
normal
norm



























