Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nichts
01
τίποτα, κανένα πράγμα
Ein Indefinitpronomen, das die völlige Abwesenheit von etwas ausdrückt
Παραδείγματα
Ich sehe nichts.
Δεν βλέπω τίποτα.
Das Nichts
01
μηδέν, κενό
Absolutes Fehlen von Existenz oder Inhalt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
nichts
Παραδείγματα
Er starrte in das Nichts.
Κοίταζε ατενώς στο τίποτα.



























