Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nicht
01
δεν, όχι
Macht eine Aussage verneint
Παραδείγματα
Wir haben nicht genug Zeit.
Δεν έχουμε όχι αρκετό χρόνο.
02
έτσι δεν είναι
Fragend am Satzende für Bestätigung
Παραδείγματα
Das schmeckt gut, nicht?
Αυτό έχει καλή γεύση, έτσι δεν είναι ;
nicht-
01
μη-, α-
Verneint oder macht das Wort negativ
Παραδείγματα
Die nicht-berufstätigen Eltern trafen sich.
Οι μη εργαζόμενοι γονείς συναντήθηκαν.
nicht
01
Μην, Όχι
Sagt, dass man etwas nicht tun soll
Παραδείγματα
Nicht rennen!
Μην τρέχεις !


























