Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Neuigkeit
[gender: feminine]
01
νέα, νέα πληροφορία
Eine neue Information oder Nachricht, die bisher noch nicht bekannt war
Παραδείγματα
Die Neuigkeit hat alle überrascht.
Η είδηση εξέπληξε όλους.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
νέα, νέα πληροφορία