die neuigkeit
neuigkeit
nɔɪ̯çkaɪ̯t
noychkait

Ορισμός και σημασία του "neuigkeit"στα γερμανικά

01

νέα, νέα πληροφορία

Eine neue Information oder Nachricht, die bisher noch nicht bekannt war 
die Neuigkeit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Neuigkeiten
γενική πτώση
Neuigkeit
Παραδείγματα
Hast du schon die Neuigkeit gehört? 

Έχεις ακούσει ήδη τα νέα ;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store