neu
neu
nɔʏ
nawu

Ορισμός και σημασία του "neu"στα γερμανικά

01

νέος, φρέσκος

Vor kurzem entstanden, hergestellt oder erworben 
neu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am neuesten
συγκριτικός βαθμός
neuer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Zeit, Objekte, Zustand
Παραδείγματα
Ich habe ein neues Auto. 

Έχω ένα καινούριο αυτοκίνητο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store