der neubau
neu
ˈnɔʏ
νοü
bau
baʊ
μπαου

Ορισμός και σημασία του "neubau"στα γερμανικά

01

νέο κτίριο, νέα κατασκευή

Ein neu errichtetes Gebäude, oft modern und aktuell gebaut 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Neubauten
γενική πτώση
Neubau(e)s
Παραδείγματα
Der Neubau in unserer Straße sieht sehr modern aus. 

Το νέο κτίριο στον δρόμο μας φαίνεται πολύ μοντέρνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store