Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Neubau
[gender: masculine]
01
νέο κτίριο, νέα κατασκευή
Ein neu errichtetes Gebäude, oft modern und aktuell gebaut
Παραδείγματα
Der Neubau ersetzt das alte, baufällige Haus.
Το νέο κτίριο αντικαθιστά το παλιό, ετοιμόρροπο σπίτι.


























