Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Netzwerk
01
δίκτυο, συνδεδεμένο σύστημα
Ein System aus verbundenen Computern, Menschen oder Organisationen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Netzwerk(e)s
πληθυντικός τύπος
Netzwerke
Παραδείγματα
Alle Computer sind mit dem Netzwerk verbunden.
Όλοι οι υπολογιστές είναι συνδεδεμένοι στο δίκτυο.
Λεξικό Δέντρο
netzwerk
netz
werk



























