das netz
netz
nɛts
νετσ

Ορισμός και σημασία του "netz"στα γερμανικά

01

δίχτυ, δίκτυο

Ein aus Seilen oder Fäden gefertigtes Fanggerät 
das Netz definition and meaning
Παραδείγματα
Der Fischer zieht das Netz aus dem Wasser. 

Ο ψαράς τραβάει το δίχτυ από το νερό.

02

δίκτυο, πλέγμα

Ein System, das Geräte oder Menschen verbindet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Netze
γενική πτώση
Netzes
Παραδείγματα
Das Internet ist ein großes Netz. 

Το Διαδίκτυο είναι ένα μεγάλο δίκτυο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store