Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Netz
01
δίχτυ, δίκτυο
Ein aus Seilen oder Fäden gefertigtes Fanggerät
Παραδείγματα
Der Fischer zieht das Netz aus dem Wasser.
Ο ψαράς τραβάει το δίχτυ από το νερό.
02
δίκτυο, πλέγμα
Ein System, das Geräte oder Menschen verbindet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Netzes
πληθυντικός τύπος
Netze
Παραδείγματα
Das Internet ist ein großes Netz.
Το Διαδίκτυο είναι ένα μεγάλο δίκτυο.



























