Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Nebenwirkung
[gender: feminine]
01
παρενέργεια, ανεπιθύμητη ενέργεια
Eine unerwünschte oder unbeabsichtigte Wirkung eines Medikaments, einer Behandlung oder einer Substanz
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Nebenwirkung
πληθυντικός τύπος
Nebenwirkungen
Παραδείγματα
Hautausschlag ist eine mögliche Nebenwirkung dieses Schmerzmittels.
Το εξάνθημα είναι μια πιθανή παρενέργεια αυτού του παυσίπονου.



























