Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Nebel
[gender: masculine]
01
ομίχλη, αχλύς
Feiner Dunst, der die Sicht erschwert
Παραδείγματα
Nebel macht die Luft feucht.
Η ομίχλη κάνει τον αέρα υγρό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ομίχλη, αχλύς