der nebel
nebel
ne:bl
nebl
nobelnabel

Ορισμός και σημασία του "nebel"στα γερμανικά

01

ομίχλη, αχλύς

Feiner Dunst, der die Sicht erschwert 
der Nebel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Nebel
γενική πτώση
Nebels
Παραδείγματα
Der Nebel ist dicht. 

Η ομίχλη είναι πυκνή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store