Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Naturschutzgebiet
01
φυσικό καταφύγιο, προστατευόμενη περιοχή
Ein geschütztes Gebiet, in dem Natur und Tiere ungestört leben dürfen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Naturschutzgebiete
γενική πτώση
Naturschutzgebiet(e)s
Παραδείγματα
Wir wandern oft im Naturschutzgebiet.
Περπατάμε συχνά στο φυσικό καταφύγιο.
LanGeek



























