Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Narkose
01
αναισθησία, ναρκωση
Ein Zustand der Bewusstlosigkeit, der durch Medikamente während einer Operation verursacht wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Narkosen
γενική πτώση
Narkose
Παραδείγματα
Die Narkose wurde vor der Operation eingeleitet.
Η αναισθησία χορηγήθηκε πριν από την επέμβαση.
LanGeek



























