Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Nachwuchs
01
παιδί, απόγονος
Die Kinder oder jungen Nachkommen von Menschen
Παραδείγματα
Ein Kind wächst schnell in seinen ersten Jahren.
Nachwuchs μεγαλώνει γρήγορα στα πρώτα του χρόνια.
02
νέα γενιά, επόμενη γενιά
Junge Generation oder die nächste Generation von Menschen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Nachwuchses
Παραδείγματα
Der Nachwuchs übernimmt bald die Verantwortung.
Η νέα γενιά θα αναλάβει σύντομα την ευθύνη.



























