Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Nachwuchs
01
παιδί, απόγονος
Die Kinder oder jungen Nachkommen von Menschen
Παραδείγματα
Der Nachwuchs spielt mit anderen Kindern im Park.
Οι απόγονοι παίζουν με άλλα παιδιά στο πάρκο.
02
νέα γενιά, επόμενη γενιά
Junge Generation oder die nächste Generation von Menschen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Nachwuchses
Παραδείγματα
Die Zukunft liegt beim Nachwuchs.
Το μέλλον βρίσκεται στη νέα γενιά.



























