Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Nachfolger
01
διάδοχος, κληρονόμος
Die Person, die eine andere Person in einer Position oder Rolle ersetzt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Nachfolger
αρσενικό ενικό
Nachfolger
θηλυκό ενικό
Nachfolgerin
neutral form
Nachfolgeperson
γενική πτώση
Nachfolgers
Παραδείγματα
Der Nachfolger übernimmt das Amt nach dem Bürgermeister.
Ο διάδοχος αναλαμβάνει το αξίωμα μετά τον δήμαρχο.
LanGeek



























