Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multiplizieren
01
πολλαπλασιάζω, κάνω πολλαπλασιασμό
Eine Zahl mit einer anderen Zahl vervielfachen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
multipliziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
multipliziert
ενεστώτα μετοχή
multiplizierend
απλός αόριστος
multiplizierte
παθητική μετοχή
multipliziert
Παραδείγματα
Kannst du 6 mal 7 multiplizieren?
Μπορείς να πολλαπλασιάσεις το 6 με το 7;



























