multiplizieren

Ορισμός και σημασία του "multiplizieren"στα γερμανικά

multiplizieren
01

πολλαπλασιάζω, κάνω πολλαπλασιασμό

Eine Zahl mit einer anderen Zahl vervielfachen
multiplizieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
multipliziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
multipliziert
ενεστώτα μετοχή
multiplizierend
απλός αόριστος
multiplizierte
παθητική μετοχή
multipliziert
Παραδείγματα
Multipliziere die Länge mit der Breite, um die Fläche zu berechnen.
Πολλαπλασιάστε το μήκος με το πλάτος για να υπολογίσετε την επιφάνεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store