Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
modern
[comparative form: moderner][superlative form: modernsten]
01
μοντέρνος, σύγχρονος
Nicht altmodisch
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
modernsten
συγκριτικός βαθμός
moderner
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Wir leben in einer modernen Gesellschaft.
Ζούμε σε μια σύγχρονη κοινωνία.
Λεξικό Δέντρο
unmodern
modern



























