Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Mode
[gender: feminine]
01
μόδα
Die aktuelle Art, sich zu kleiden oder sich zu verhalten
Παραδείγματα
Modezeitschriften sind beliebt.
Τα περιοδικά μόδας είναι δημοφιλή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μόδα