die Mobilität
Pronunciation
/mobiliˈtɛːt/

Ορισμός και σημασία του "mobilität"στα γερμανικά

Die Mobilität
[gender: feminine]
01

κινητικότητα, ικανότητα μετακίνησης

Die Fähigkeit, sich körperlich oder räumlich zu bewegen
die Mobilität definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Mobilität
πληθυντικός τύπος
Mobilitäten
Παραδείγματα
Yoga verbessert die Mobilität der Gelenke.
Η γιόγκα βελτιώνει την κινητικότητα των αρθρώσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store