die mobilität
mo
mo
μο
bi
μπι
li
li
λι
tät
ˈtɛ:t
τετ

Ορισμός και σημασία του "mobilität"στα γερμανικά

Die Mobilität
01

κινητικότητα, ικανότητα μετακίνησης

Die Fähigkeit, sich körperlich oder räumlich zu bewegen 
die Mobilität definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Mobilitäten
γενική πτώση
Mobilität
Παραδείγματα
Die Mobilität im Alter wird durch E-Roller gefördert. 

Η κινητικότητα στην ηλικία προωθείται από ηλεκτρικά πατίνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store