die minute
mi
mi
μι
nu
ˈnu:
νου
te
τα

Ορισμός και σημασία του "minute"στα γερμανικά

01

λεπτό, λεπτό

Eine Zeiteinheit, die aus 60 Sekunden besteht 
die Minute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Minuten
γενική πτώση
Minute
Παραδείγματα
Eine Stunde hat 60 Minuten. 

Μία ώρα έχει 60 λεπτά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store