minimal
Pronunciation
/miniˈmaːl/

Ορισμός και σημασία του "minimal"στα γερμανικά

01

ελάχιστος

Sehr wenig oder so klein wie möglich
minimal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am minimalsten
συγκριτικός βαθμός
minimaler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er hat nur minimalen Aufwand betrieben.
Έκανε μόνο ελάχιστη προσπάθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store