Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
minimal
01
ελάχιστος
Sehr wenig oder so klein wie möglich
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am minimalsten
συγκριτικός βαθμός
minimaler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Quantität, Ausmaß, Schaden
Παραδείγματα
Der Schaden am Auto war minimal.
Η ζημιά στο αυτοκίνητο ήταν ελάχιστη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
minimal
mini
mal



























