Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
minimal
01
ελάχιστος
Sehr wenig oder so klein wie möglich
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am minimalsten
συγκριτικός βαθμός
minimaler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er hat nur minimalen Aufwand betrieben.
Έκανε μόνο ελάχιστη προσπάθεια.
Λεξικό Δέντρο
minimal
mini
mal



























