Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Mietvertrag
01
σύμβαση ενοικίασης, συμβόλαιο μίσθωσης
Ein schriftlicher Vertrag zwischen Mieter und Vermieter über die Nutzung einer Wohnung oder eines Hauses gegen Bezahlung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Mietvertrag(e)s
πληθυντικός τύπος
Mietverträge
Παραδείγματα
Wir haben gestern den Mietvertrag unterschrieben.
Χθες υπογράψαμε το σύμβαση μίσθωσης.



























