der metzger
metzger
mɛtsgɐ
metsg

Ορισμός και σημασία του "metzger"στα γερμανικά

01

χασάπης, κρεοπώλης

Eine Person, die beruflich Fleisch zerlegt, verarbeitet und verkauft 
der Metzger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Metzgers
πληθυντικός τύπος
Metzger
Παραδείγματα
Der Metzger verkauft frisches Rindfleisch. 

Ο χασάπης πουλάει φρέσκο βοδινό κρέας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store