Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Meteorit
[gender: masculine]
01
μετεωρίτης, πέτρα από το διάστημα
Ein Stein aus dem All, der auf die Erde fällt
Παραδείγματα
Ein großer Meteorit kann viel Schaden anrichten.
Ένας μεγάλος μετεωρίτης μπορεί να προκαλέσει πολλές ζημιές.


























