der meteorit
me
ˈme:
me
teo
teo
teo
rit
ˌʁi:t
rit

Ορισμός και σημασία του "meteorit"στα γερμανικά

01

μετεωρίτης, πέτρα από το διάστημα

Ein Stein aus dem All, der auf die Erde fällt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Meteoriten
γενική πτώση
Meteoriten
Παραδείγματα
Ein Meteorit ist in der Wüste eingeschlagen. 

Ένας μετεωρίτης έπεσε στην έρημο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store